Η ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Ορισμός

Ο όρος φυσική κατάσταση ερμηνεύεται διαφορετικά ανάλογα με τον τρόπο προσέγγισης ενώ στην πιο στενή του έννοια, με την οποία συναντάται στην αθλητική πρακτική και προπόνηση, οι ιδιότητες της φυσικής κατάστασης περιορίζονται στους σωματικούς παράγοντες της αντοχής, δύναμης, ταχύτητας και ευλυγισίας (Weineck, 1997). Οι παράγοντες φυσικής κατάστασης διακρίνονται σε πρωτογενείς και δευτερογενείς (Κλεισούρας, 1985), με τους πρωτογενείς να περιλαμβάνουν αυτούς που έχουν άμεση σχέση με την υγεία του ατόμου και συνθέτονται από την αερόβια ικανότητα, το σωματικό λίπος, την μυϊκή αντοχή και την ευκαμψία και τους δευτερογενείς να αποτελούνται από την μυϊκή ισχύ, την ταχύτητα, μυϊκή δύναμη, ισορροπία και την κινητική δεξιότητα (ΑΑΗPERD, 1980).

Παράγοντες φυσικής κατάστασης

Η καλή φυσική κατάσταση είναι συνυφασμένη με τη σωστή λειτουργία του οργανισμού. Το σύμπλεγμα της φυσικής κατάστασης στην επιστήμη της προπονητικής, περιγράφεται μέσω τεσσάρων ικανοτήτων, οι οποίες είναι: η αντοχή, η δύναμη, η ταχύτητα και η ευκινησία (Μartin, 1979). Ακόμα στην φυσική κατάσταση εκτός από τις προαναφερόμενες βασικές κινητικές ικανότητες, περιλαμβάνονται και οι συναρμοστικές ή συντονιστικές ικανότητες (Μουντάκης, 1990). Αυτό το άθροισμα των βασικών κινητικών ικανοτήτων θα εξετασθεί αναλυτικά στη συνέχεια.

Αντοχή. Η αντοχή, η οποία ορίζεται ως η ικανότητα του οργανισμού να διατηρεί μια υψηλή αντίσταση ενάντια στην κόπωση σε αθλητικές επιβαρύνσεις μεγάλης διάρκειας, από την σκοπιά της φυσιολογίας αποδεικνύεται μέσω των τιμών ανάπτυξης οργανικών παραμέτρων δηλαδή της αερόβιας και της αναερόβιας ικανότητας (Martin, 1994), οι οποίες αναλύονται ξεχωριστά παρακάτω.

Αερόβια ικανότητα. H κατανάλωση οξυγόνου, που στην ουσία αντιπροσωπεύει τη δυνατότητα παραγωγής έργου αυξάνει σύμφωνα με την ηλικία και την ανάπτυξη του καρδιοαναπνευστικού συστήματος. O όγκος του αίματος, η αρτηριακή πίεση, καθώς επίσης και το μέγεθος της καρδιάς, αυξάνονται με την ηλικία (Τοκμακίδης & Δούδα, 1999) ενώ το αναπνευστικό σύστημα ακολουθεί μια παράλληλη ανάπτυξη και παρατηρείται μια διαρκή μείωση του ρυθμού αναπνοής ενώ 4 αυξάνεται ο πνευμονικός αερισμός. Ο αναπνευστικός μηχανισμός παρουσιάζει περιορισμένη απόδοση γιατί οι θωρακικοί μύες είναι ανεπαρκώς ανεπτυγμένοι, γεγονός που περιορίζει την ικανότητα των νεαρών αθλητών να εκτελούν έργο υψηλής έντασης με μεγάλη διάρκεια (Ratzef, 1991). Με την αύξηση της ηλικίας και της σωματικής ανάπτυξης που παρατηρείται αυξάνουν οι απόλυτες τιμές του χρησιμοποιούμενου οξυγόνου ενώ τα σχετικά μεγέθη εξαρτώνται από την μεταβολή της σωματικής μάζας. Ο Shephard (1982) αναφέρει, ότι πριν την εφηβεία δηλαδή μέχρι την ηλικία των 12 ετών, οι απόλυτες τιμές της αερόβιας ικανότητας είναι σχεδόν οι ίδιες τόσο για τα αγόρια όσο και για τα κορίτσια, ενώ ο Bar-Or (1983) συνοψίζοντας τα αποτελέσματα 19 μεμονομένων ερευνών, αναφέρει μια μικρή υπεροχή των αγοριών.

Οι έρευνες που ασχολούνται με την επίδραση της συστηματικής άσκησης για την βελτίωση της αερόβιας ικανότητας, δίνουν αντιφατικά αποτελέσματα. Οι Stewart και Gutin (1976) υποστηρίζουν ότι μέχρι την ηλικία των 10 ετών, δεν είναι δυνατή η ανάπτυξη αερόβιας ικανότητας μέσω της προπόνησης ενώ βελτιώσεις μόνο κατώτερες από 5% έχουν εμφανισθεί μέσω της προπόνησης, σε παιδιά κάτω των 10 ετών (Malina & Bouchard, 1991). Eπιπλέον η αύξηση της αερόβιας ικανότητας οφείλεται στην αύξηση της μυϊκής μάζας (μεγαλύτερη ικανότητα μεταβολισμού, μεγαλύτερη κατανάλωση οξυγόνου-VO2max σε l/min.) και δέχεται ελάχιστη ή και καθόλου επίδραση από την συστηματική άσκηση πριν την εφηβεία (Baxter-Jones & Helms (1996). Σύμφωνα όμως με τους Rowland & Boyajian (1995), η συστηματική προπόνηση αντοχής μπορεί να βελτιώσει σε μικρό βαθμό την αερόβια ικανότητα σε παιδιά ηλικίας 10-12 ετών.

Αναερόβια ικανότητα. Τα παιδιά έχουν οριακή ικανότητα απόδοσης σε αναερόβιες δραστηριότητες. Δεν μπορούν να προσεγγίσουν τιμές συγκεντρώσεων γαλακτικού που παρατηρούνται σε ενήλικους, είτε στους μύες, είτε στο αίμα κατά την διάρκεια μέγιστου ή υπερμέγιστου έργου, κάτι το οποίο υποδηλώνει την χαμηλότερη γλυκολυτική ικανότητα. Τα χαμηλότερα επίπεδα γαλακτικού, οφείλονται πιθανόν στην χαμηλή συγκέντρωση της φωσφοφρουκτοκινάσης, η οποία αποτελεί το ένζυμοκλειδί της αναερόβιας γλυκόλυσης (Wilmore & Costill, 1994). Επίσης σύμφωνα με τον Haralambie (1980) η γαλακτική αφυδρογονάση (το ένζυμο δηλ. που καταλύει την αντίδραση μετατροπής του πυροσταφυλικού οξέος σε γαλακτικό οξύ) στα παιδιά παρουσιάζει μικρότερες τιμές απ΄ ότι στους ενήλικες.

Κατά την διάρκεια της πρώτης παιδικής ηλικίας ( από 6ο -7 ο έως 9ο -10ο έτος) υπάρχουν μόνο πολύ μικρές ή και καθόλου διαφορές ανάμεσα στα αγόρια και τα κορίτσια σ΄ ότι αφορά την γλυκολυτική ικανότητα παραγωγής ενέργειας (Israel & Pahlke, 1981). Επειδή όμως τα κορίτσια ωριμάζουν βιολογικά γρηγορότερα, παρουσιάζουν ανάμεσα στο 12ο και 14ο έτος της ηλικίας τους, την ίδια, κατά ένα μέρος μάλιστα και μεγαλύτερη μέγιστη γλυκολυτική ικανότητα παραγωγής ενέργειας απ΄ ότι συνομήλικα αγόρια, γεγονός το οποίο όμως αντιστρέφεται μετά την είσοδο των αγοριών στην εφηβική ηλικία. Στην δεύτερη φάση της εφηβείας (από 13ο – 14ο έως 16ο -17ο έτος για τα κορίτσια και από 14ο -15ο έως 18ο -19ο έτος για τα αγόρια) παρατηρείται μια μεγάλη αύξηση της γλυκολυτικής ενζυματικής δραστηριότητας. 7 Αυτό το γεγονός εκφράζεται ταυτόχρονα και με μια αύξηση της μέγιστης συγκέντρωσης του παραγόμενου γαλακτικού οξέος στο αίμα, σ΄ αυτήν την αναπτυξιακή φάση (Badtke, 1987).

Μυϊκή δύναμη. Η μυϊκή δύναμη εξετάζεται ως η ικανότητα του ανθρώπου να υπερνικά ή να αντενεργεί στην εξωτερική αντίσταση, μέσα από την εκδήλωση της μυϊκής προσπάθειας (Ratzef, 1991). H δύναμη σχετίζεται με το μέγεθος του σώματος, την σεξουαλική ωριμότητα και την μυϊκή μάζα (Κλεισούρας, 1989), η οποία μυϊκή μάζα στο ώριμο άτομο αποτελεί το 40% του σωματικού βάρους ενώ στην προεφηβική ηλικία το 27% (Kλεισούρας, 1989). H δύναμη αυξάνεται καθώς αυξάνεται η μυϊκή μάζα και οι ορμονικές αλλαγές που παρουσιάζονται κατά την εφηβεία, συνοδεύονται με σημαντική αύξηση της δύναμης και της μυϊκής μάζας (Τοκμακίδης & Δούδα, 1999). Ο μεγαλύτερος ρυθμός αύξησης της μυϊκής μάζας παρατηρείται αμέσως μετά την αλματική αύξηση (γύρω στα 14 χρόνια) και συνεχίζεται κατά την εφηβική ηλικία (Κλεισούρας, 1989).

Image result for δυναμη στην εφηβεια

Η αύξηση της μέγιστης δύναμης μπορεί να επιτευχθεί είτε μέσω της μυϊκής υπερτροφίας, είτε μέσω της βελτίωσης του νευρομυϊκού συντονισμού (Ηassan, 1991). H υπερτροφία του μυός σχετίζεται κατά την αναπτυξιακή ηλικία με την παραγωγή της αρρενογόνου ορμόνης, της τεστοστερόνης, η οποία εκκρίνεται κατά 25% από 8 τους όρχεις και κατά 75% από ενζυματικές διεργασίες των περιφερειακών ιστών και έχει αναβολικές ιδιότητες. Η αντίστοιχη οιστρογόνος ορμόνη του θηλυκού φύλου με παράλληλη πορεία, που προηγείται ωστόσο κατά μια διετία, είναι η οιστροδιόλη (Τοκμακίδης & Δούδα, 1999). Η τεστοστερόνη παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο χαμηλό επίπεδο στα παιδιά συγκριτικά με τους ενήλικες, αρκεί να αναφερθεί, ότι ένας νεαρός άντρας έχει δεκαπλάσια ποσότητα τεστοστερόνης από ένα παιδί προεφηβικής ηλικίας ή μια νεαρή γυναίκα (Κλεισούρας, 1989). Η συγκέντρωση της τεστοστερόνης στο πλάσμα του αίματος αυξάνεται στα αγόρια από το 10ο έως το 11ο έτος της ηλικίας τους, από τα 41 στα 60ng/100ml, ενώ από το 12ο στο 13ο έτος σημειώνεται μια αύξηση από τα 131 στα 249ng/100ml και από το 14ο στο 15ο έτος, από τα 328 στα 643ng/100ml (Israel & Buhl, 1980).

Στην εφηβική κυρίως ηλικία παρατηρούνται διαφορές στη μυϊκή μάζα και δύναμη μεταξύ των δύο φύλων, που δεν υπήρχαν κατά την παιδική ηλικία και αποδίδονται στην υπερέκκριση της τεστοστερόνης, που προάγει την κατακράτηση οργανικού αζώτου και συμβάλλει τόσο στη μυϊκή ανάπτυξη του άνδρα, όσο και στην ανάπτυξη των αρρενωπών του χαρακτηριστικών (Κλεισούρας, 1989). Η αλματώδης αυτή αύξηση του επιπέδου των ορμονών, επιφέρει αύξηση σωματικού ύψους, μυϊκής μάζας και δύναμης (Letzelter & Letzelter, 1986). Έτσι ενώ σε 8χρονα παιδιά, η μυϊκή μάζα αποτελεί το 27% της συνολικής μάζας σώματος, σε 15χρονους προσεγγίζει το 33% και στους ενήλικες το 36-44%, ενώ η μυϊκή δύναμη σχεδόν διπλασιάζεται από το 11ο έως το 16ο έτος της ηλικίας (Berger, & Lotz, 1979). O Ratzef (1991) αναφέρει, ότι στην ηλικιακή περίοδο από τα 7 έως τα 17 χρόνια, η μυϊκή δύναμη έχει αδιάκοπη και ανοδική, αλλά άνιση ανάπτυξη, με τον ρυθμό αύξησης να είναι διαφορετικός στις χωριστές ηλικιακές περιόδους.

Ταχύτητα. Mε βάση γνωστικές διαδικασίες στον αθλητισμό, η ταχύτητα είναι η ικανότητα μέγιστης δύναμης θέλησης και λειτουργικότητας του νευρομυϊκού συστήματος, να επιτυγχάνονται οι υψηλότερες δυνατές ταχύτητες αντίδρασης και κίνησης κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η εξέταση των παραγόντων που επηρεάζουν την φυσική ικανότητα της ταχύτητας συγκλίνει κυρίως σε τρεις τομείς. Αυτοί αποτελούνται από τους μύες για το κινητικό έργο, το κεντρικό και περιφερειακό νευρικό σύστημα (εγκέφαλος, νευρική αγωγιμότητα, κινητικοί νευρώνες) για την καθοδήγηση (συναρμογή) των μυών και από την ψυχική παρορμητική δύναμη και δύναμη θέλησης που με την μορφή της νευρικής δραστηριοποίησης θέτουν σε λειτουργία τις διαδικασίες συναρμογής (Grosser, 1994). H μέγιστη ταχύτητα φαίνεται να είναι γενετικά προκαθορισμένη και δεν αποκλείεται η τελική ανάπτυξη των βιολογικών βάσεων της ταχύτητας να συμβαίνει πολύ νωρίς (Ιsrael, 1977) και κατά συνέπεια ότι δεν αναπτύχθηκε έγκαιρα δεν μπορεί πια να επιτευχθεί αργότερα (Weineck, 1997). Oι διαπιστώσεις αυτές αναδεικνύουν την σημασία που έχει μια όσο το δυνατόν πιο έγκαιρη ανάπτυξη του παράγοντα της ταχύτητας.

Στην παιδική και εφηβική ηλικία – κυρίως στην ηλικία μεταξύ 8 και 16 ετώνη μεγάλη πλαστικότητα του φλοιού του εγκεφάλου και η μορφολογικά αιτιολογούμενη αστάθεια του νευρικού συστήματος, επιτρέπουν την καλύτερη βασική ανάπτυξη των ικανοτήτων της ταχύτητας (Stiehler, Konzag, Dobler, 1988). Πιο συγκεκριμένα στην ηλικία από 6 έως 10 ετών, η συχνότητα και η ταχύτητα των κινήσεων υφίστανται την υψηλότερη εξαρτημένη από την ανάπτυξη ώθηση (Diekmann & Letzelter, 1987) ενώ αξιοσημείωτη είναι η πολύ μεγάλη βελτίωση της ταχύτητας αντίδρασης, καθώς και η μείωση του λανθάνοντος χρόνου από 0,50-0,60 sec. στις ηλικίες 6-7 σε 0,25-0,40 sec. στην ηλικία των 10 ετών (Markosjan & Wasjutina, 1965). Παρόλα όμως την επίδραση της ηλικιακής ανάπτυξης στην ταχύτητα σύμφωνα με τον Steinmann (1990) και τους Diekmann & Letzelter (1987), όλοι οι παράγοντες της ταχύτητας και της ταχυδύναμης μπορούν να βελτιωθούν αποφασιστικά με απλά μέσα γενικής ανάπτυξης (π.χ. με κυκλική προπόνηση ή κατάλληλα για παιδιά δρομικά παιχνίδια).

Image result for δυναμη στην εφηβεια

Ευκαμψία. Αποτελεί την ικανότητα εκμετάλλευσης των δυνατοτήτων κίνησης των αρθρώσεων, προς όλες τις κατευθύνσεις, με τον ιδανικότερο τρόπο και είναι αποτέλεσμα της μυϊκής δύναμης, του μυϊκού συντονισμού και της κινητικότητας μαζί (Μανδρούκας, 1986). H ευκινησία συνιστά την μοναδική από τις φυσικές ικανότητες, η οποία ήδη κατά τη μετάβαση από την παιδική στην εφηβική ηλικία φτάνει στις μέγιστες τιμές της και έπειτα μειώνεται πάλι σταδιακά (Weineck, 1997). Κατά την πρώϊμη σχολική ηλικία (7-9 ετών) παρατηρείται ύφεση στην ανάπτυξη της ευκαμψίας, με αύξηση της ικανότητας κάμψης της σπονδυλικής στήλης στην άρθρωση των ισχίων και των ώμων καθώς η σπονδυλική στήλη κατά τους Μeinel και Shnabel (1976) παρουσιάζει την μεγαλύτερη ευκινησία στην ηλικία των 8-9 ετών. Σε σχέση βέβαια με την προσχολική ηλικία, σημειώνεται ήδη μια μείωση σε ορισμένες κατευθύνσεις, όπως στην ικανότητα διάστασης των ποδιών στην άρθρωση του ισχίου και στην ραχιαία ευκινησία στην άρθρωση του ώμου ( Gurtler et al, 1979). Η όψιμη σχολική ηλικία συνιστά το τελευταίο στάδιο ανάπτυξης, στο οποίο αποδεδειγμένα η επίδραση της προπόνησης προσφέρει δυνατότητες ανάπτυξης (Martin, 1994), ενώ αργότερα είναι δυνατή μόνο η διατήρηση του επιτυγχανόμενου επιπέδου (Weineck, 1980). Οι Μeinel & Schnabel (1976) αναφέρουν, ότι η κινητικότητα της σπονδυλικής στήλης, της άρθρωσης του ισχίου και του ώμου, αυξάνονται μόνο εφόσον εξασκούνται με τον Leighton (1987) να προσθέτει, ότι η 12 ηλικία από μόνη της δεν είναι κύριος παράγοντας για την διατήρηση και την αύξηση της αρθρικής κινητικότητας, αλλά περισσότερο η ενεργός κινητική δραστηριότητα. Kατά την είσοδο στην εφηβεία, με την αυξημένη κατά μήκος ανάπτυξη επέρχεται μια μείωση της μηχανικής ικανότητας αντίστασης του παθητικού κινητικού μηχανισμού, με αποτέλεσμα αυτές οι επιδράσεις να ζημιώνουν εκτός των άλλων και την ευλυγισία. Αιτία για αυτό είναι πιθανόν, ότι η ικανότητα διάτασης των μυών και των συνδέσμων υστερεί σε σχέση με την επιταχυνόμενη κατά μήκος ανάπτυξη. Επίσης η μείωση της δεκτικότητας επιβάρυνσης του αυξητικού χόνδρου των σπονδυλικών σωμάτων, που επέρχεται κατά την διάρκεια της ανάπτυξης, καθιστά απαραίτητα την αποφυγή επιβαρύνσεων με έντονη στροφή και κάμψη (π.χ. υπερβολικές κάμψεις προς τα εμπρός, πίσω και πλάγια) (Martin, 1994). Οι καθηγητές Φυσικής Αγωγής και οι προπονητές θα πρέπει να έχουν υπόψη σ΄ αυτήν την ηλικιακή φάση των παιδιών, ότι η σπονδυλική στήλη και η άρθρωση του ισχίου είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς σε τραυματισμούς.

Image result for ευλιγισια στην εφηβεια

Συναρμοστικές ικανότητες. Ως συναρμογή ορίζεται η αλληλεπίδραση του κεντρικού νευρικού συστήματος και των σκελετικών μυών κατά την διάρκεια μιας συγκεκριμένης κίνησης (Μουντάκης, 1992). Ο Martin (1988) διατυπώνοντας σαν γνωμικό την σημασία των συναρμοστικών ικανοτήτων για τη μάθηση και εκτέλεση κινήσεων αναφέρει, ότι καλά αναπτυγμένες συναρμοστικές ικανότητες είναι προϋπόθεση για μάθηση, σταθεροποίηση και εφαρμογή των αθλητικών τεχνικών καθώς και την ορθολογιστική χρήση της φυσικής κατάστασης. Οι συναρμοστικές ικανότητες σύμφωνα με τον Hirtz (1985) αποτελούνται από 5 θεμελιώδεις ικανότητες, οι οποίες είναι οι κιναισθητικές ικανότητες διαφοροποίησης, η ικανότητα προσανατολισμού στο χώρο, η ικανότητα ισορροπίας, η σύνθετη ικανότητα αντίδρασης και η ικανότητα ρυθμού. Με εξαίρεση την ικανότητα προσανατολισμού (αίσθησης) στο χώρο, οι ευνοϊκότερες συνθήκες ανάπτυξης τους με εξωτερικά ερεθίσματα εμφανίζονται στην παιδική ηλικία, κατά την οποία η ικανότητα μάθησης κινητικών δεξιοτήτων είναι υψηλή. Στα πρώτα χρόνια της εφηβείας παρατηρείται στασιμότητα ή και μείωση των προϋποθέσεων για βελτίωση των συναρμοστικών ικανοτήτων γεγονός που αποδίδεται στην απότομη αύξηση του σωματικού ύψους και στην διαφοροποίηση των αναλογιών του σώματος, κυρίως των κάτω άκρων. Τέλος στην δεύτερη φάση της εφηβείας (μετά τα 15 χρόνια) η κατάσταση βελτιώνεται σημαντικά και οι έφηβοι και των δύο φύλλων διακρίνονται για το υψηλό επίπεδο ικανότητας κινητικής μάθησης, με την εξάσκηση των συναρμοστικών ικανοτήτων να αποσκοπεί σε γενική σταθεροποίηση της προσαρμογής, της σύνδεσης, της ικανότητας ρύθμισης και εκτέλεσης των κινήσεων (Μουντάκης, 1992).

Συμπεράσματα

Το άτομο κατά την διάρκεια της παιδικής και εφηβικής ηλικίας αναπτύσσεται από φυσιολογικής άποψης με γρηγορότερους ρυθμούς, με την κινητική ανάπτυξη να μην εξελίσσεται ευθύγραμμα αλλά με την μορφή αλμάτων (Grosser et al, 1986). Οι λειτουργίες όλων σχεδόν των φυσιολογικών συστημάτων παρουσιάζουν μια δυναμική και μια βελτίωση μέχρι την ολοκλήρωση της ωρίμανσης (Wilmore & Costill, 1994), με τις φυσικές ικανότητες των νεαρών μαθητών ή αθλητών να υφίστανται σημαντικές διαφοροποιήσεις κάτω από την επίδραση των ενδογενών αλλά και εξωγενών παραγόντων (Μουντάκης, 1992). Το μάθημα της Φ.Αγωγής αποτελώντας βασικό εξωγενή παράγοντα (Μουντάκης, 1992), όπως βέβαια και η φυσική δραστηριότητα και η συστηματική άσκηση που ταξινομούνται στον τομέα του περιβαλλοντολογικού παράγοντα (Μalina & Bouchard, 1991), μπορούν να οδηγήσουν στην ενεργοποίηση ενός συνόλου φυσιολογικών λειτουργιών, συντελώντας στην βελτίωση της φυσικής κατάστασης με θετικές επιπτώσεις στην υγεία και ευνοϊκές προσαρμογές στο καρδιοαναπνευστικό, κυκλοφοριακό, μυοσκελετικό και νευρομυϊκό σύστημα (Τοκμακίδης & Δούδα, 1999). Έτσι η γνώση των φυσιολογικών και λειτουργικών μεταβολών που παρουσιάζονται κατά την αναπτυξιακή ηλικία στις φυσικές ικανότητες των νεαρών μαθητών ή αθλητών, είναι πολύ σημαντική και απαραίτητη για τον σχεδιασμό ασφαλών προγραμμάτων άσκησης, εντός αλλά και εκτός του σχολικού χώρου. Εξίσου σημαντική βέβαια είναι και η γνώση του εύρους επίδρασης της άσκησης και του τύπου παροχής μεθοδευμένων και συστηματικών ερεθισμάτων πάνω στους παράγοντες της αντοχής, της δύναμης, της ταχύτητας, της ευκαμψίας και των συναρμοστικών ικανοτήτων, καθώς η άσκηση όταν δεν ξεπερνά τα καθιερωμένα όρια 14 κατά τις διάφορες φάσεις της αναπτυξιακής ηλικίας, συμβάλει θετικά στην ισορροπημένη ανάπτυξη των παιδιών και στην βελτίωση της φυσικής κατάστασης

Βιβλιογραφία

Αmerican Αlliance for Ηealth, Physical Education Recreation and Dance, (1976). Youth Fitness Test Manual. Washington D. C.

Badtke, G. (1987). Sportmedizinische Grundlagen der Korpererziehung und des sportlichen Trainings. Johann Ambrosius Barth. Leibzig.

Bar-Or, O. (1983). Pediatric sports medicine for the practitioner, (pp. 1-65). New York: Sringer- Verlag.

Baxter-Jones, A.D.G. & Helms P. J. (1996). Effects of training at a young age: a review of the training of young athletes (TOYA) study. Pediatrics Exercise Science, 8: 310-327. Berger, J. & Lotz, I., (1979). Zu einigen Fragen des Krafttrainings im Kindesund Jugendalter. Theorie und Praxis der Korperkultur 28, H.8, 672-677

. Bormann, T., Pahlke, U., Peters, H. (1981). Blutlaktatkonzentrationen nach Wettkampfbelastungen im Schwimmen und Laufen bei 9jahringen Kindern. Medizin und Sport 21, H.7, 198-201.

Chripkova, A. G. (1976). Wissenschaftliche Grundlagen fur die Vervollkommnung der Korpererziehung der Schuler. Theorie und Praxis der Korperkultur 25, H.12, 905-908.

Demeter, Α. (1981). Sport im Nachstums-und Entwicklugsalter. Johann Ambrosius Barth. Leipzig.

Diekmann, W. & Letzelter, M. (1987). Stabilitat und Wiederhoibalkeit von Trainingszuwachs durch Schnellkrafttraining im Grundschulalter. Sportwissenschaft 17, H.3, 280-293.

Εriksson, B.O. (1972). Physical training, oxygen supply and muscle metabolism in 11-13-year old boys. Acta Physiologica Scandinavica, Suppl. 384. Fetz, F. (1982). Sportmotorische Entwicklung. Wien.

Fomin, A. A. & Filin, W. P.(1975). Altersspezifische Grundlagen der Korperlichen Erziehung. Schorndorf.

15 Freedson, P. S. & Goodman, T. L. (1993). Measurements of Oxygen Consumption. In Thomas W. Rowland (Ed.), Pediatric Labatory Exercise Testing: Clinical Guidelines, Champaign, IL: Human Kinetics Inc., pp. 91-113.

Grosser, M. (1994). Προπόνηση Ταχύτητας. Εκδόσεις: Σάλτο.

Grosser, M., Bruggeman, P., Zinti, F. (1986). Leistungssteuerung in Training und Wettkampf. BLV Verlegsgesllschaft. Munchen, Wien, Zurich.

Gurtler, H., Buhl, H., Israel, S. (1979). Neuere Aspecte der Trainierbarkeit des anaeroben Stoffwechsels bei Kindern im jungeren Schulalter. In: Theorie und Praxis der Korperkultur, Beiheft 1.

Haralambie, G. (1980). Activities enzymatiques dans le myscle ppuelettique des enfants de divers eges. In J.M. Bourgeis et al, Le sport et l’ enfant. Montpellier.

Ηassan, S. E. A. (1991). Die Trainierbarkeit der Maximalkraft bei 7-bis 13 jahrigen Kindern. Leistungssport 21, H.S., 17-24.

Herm, K. P (1993). The evidence of sportanthropology in training of young soccer player. In T. Reily , J. Clarys, A. Slibbe (Eds.) Science and Football ll: Proceedings of the Second World Congress of Science and Football (pp.287-291), Chapman & Hall, London.

Ηirtz, P. (1985). Koordinative Fahigkeiten im Schulsport.

Berlin-Ost. Ιnbar, O. & Bar-Or, O. (1986). Anaerobic characteristics in male children and alolescents. Medicine and Science in Sports and Exercise, 18, 264-269.

Israel, S. & Pahlke, U. (1981). Zur Problematik geschiechtsspezifischer Leistungsvoraussetzungen und ihrer Trainierbarkeit vor der Pubertat. Korpererziehung 31, H.7, 305-316.

Israel, S. & Buhl, B. (1980). Die sportliche Trainierbarkeit in der Pubeszenz. Theorie und Praxis der Korperkultur 11, H.11, 730-737.

Ιsrael, S. (1977). Das Aufwarmen als Startvorbereitung. Medizine und Sport 12, 386-391.

Κλεισούρας, Β. (1989). Εργοφυσιολογία. Επιστημονικές Εκδόσεις : Γρηγόριος Κ. Παρισιανός.

Komadel, L. (1975). Sportmedizinische Problemebeim Training mit Jugendichen. Leistungssport 5, H.1, 74-82.

Leighton, J. (1987). Manual of instruction for Leighton flexometer. Lafayette instrument Co.

16 Letzelter, H, & Letzelter, M. (1986). Krafttraining. Rowohlt Taschenbuch Verlag. Reinbek bei Hamburg.

Malina, R. M. & Bouchard, C. (1991). Growth, Maturation, and Physical activity. Human Kinetics Books, Champain, Illinois.

Μανδρούκας, K. (1986). Mυϊκές διατάσεις. Εκδόσεις Κορδαλή. Θεσσαλονίκη

Martin, D. (1994). Η προπόνηση στην παιδική και εφηβική ηλικία. Εκδόσεις: Σάλτο.

Μartin, D. (1988). Training im Kindes- und Jugendalter. Studienbrief der Trainerrakademie des Deutschen Sportbundes: Bd. 23. Schorndorf.

Martin, D. (1979). Grundlagen der Trainingslehre, Teil I. Schorndorf. Μeinel, K., Schnabel, G. (1976). Bewegungslehre. Berlin-Ost.

Μουντάκης, K. (1992). Η Φυσική Αγωγή στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο. Εκδόσεις: Σάλτο.

Parizkova, J. (1991). Human Growth, Physical Fitness and Nutrition under Various Environmental Conditions. . Medicine and Science in Sports and Exercise, 31, 1-18.

Pfeiffer, R. D. & Francis, R. S. (1986). Effects of strength training on muscle development in prepubescent, pubescent and postpubescent males. Physician Sportsmedecine, 14:134-143.

Ramsay, A. J, Blimkie, R. J. C., Smith, K., Garner, S., Macdougall, D. J., Sale, G. D. (1990) Strength training effects in prepubescent boys. Medicine and Science in sports and exercise, 22, 5, 605-614.

Ratzef, Κ. (1991). Η τελειοποίηση της προετοιμασίας νέων αθλητών. Εκδόσεις: Σάλτο.

Rowland, T. W. & Boyajian, A. (1995). Oxygen uptake and endurance fitness in children: A development perspective. Pediatrics Exercise Science, 1: 313-328.

Sehlbach, U. (1986). Zur motorischen Entwicklung sportlicher Talente in der Leichtathletik im Alter von 10 bis 14 Jahren. In: Rost, R., Starischka, S. (Hrsg.), Das Kind im Zentrum interdisziplinarer sportwissenschaftlicher Forschung. Erlensee.

Sewall, L. & Micheli, J. L. (1986). Strength training for children. Journal Pediatric Orthopedics, 6:143-146. 17

Stiehler, G., Konzag, I., Dobler, H. (1988). Sportspiele. Sportverlag, Berlin. Shephard, R., J. (1982). Physical activity and growth. Chigago: Year book Medical Publications.

Steinmann, W. (1990). Krafttraining im Sportunterricht. Sportunterricht 9, 326-339.

Stewart, L. J. & Gutin B. C. (1976). Effects of physical training on cardiorespiratory Fitness in children. Research Quarterly of the American Association of Health, Physical Education and Recreation, 47, 110-120.

Τοκμακίδης, Σ. & Δούδα, Ε. (1999). Προσαρμογές κατά την αναπτυξιακή ηλικία, 1ο Παγκύπριο Συνέδριο Φυσικής Αγωγής.

Ulmer, H. V. (1977). Die Korperliche Belastbarkeit Heranwachsender, Ausdauerttraining und Leistungssport aus arbeits- und sportmedizinischer Sicht. In: Aus der Akademie fur arztliche Fortbildung.

Weineck, J. (1997). Προπονητική-φυσική κατάσταση ποδοσφαίρου. Εκδόσεις: Σάλτο.

Weineck, J. (1980). Optimales Training. Erlangen.

Wilmore J. H. & Costill, D. L. (1994). Physiology of sport and exercise. Human Kinetics Publishers, Inc., Champaing, pp. 402-421.

Wilmore J. H. & Costill, D. L. (1994). Physiology of sport and exercise. Human Kinetics Publishers, Inc., Champaing, pp. 402-421.

bn-group